Thayer's Greek Lexicon STRONGS NT 321: ἀνάγωἀνάγω: 2 aorist ἀνήγαγον, infinitive ἀναγαγεῖν (participle ἀναγαγών); passive (present ἀνάγομαι); 1 aorist (cf. under the end) ἀνήχθην; (from Homer down); to lead up, to lead or bring into a higher place; followed by εἰς with accusative of the place: Luke 2:22; Luke 4:5 (T Tr WH omit; L brackets the clause); c. 142 (and in the classics)): Luke 8:22; Acts 13:13; Acts 16:11; Acts 18:21; Acts 20:3, 13; 21:( Forms and Transliterations ανάγαγε ανάγαγέ αναγαγειν αναγαγείν αναγάγειν ἀναγαγεῖν αναγάγετε αναγάγης αναγαγόντες αναγαγόντι αναγάγω αναγαγων αναγαγών ἀναγαγών ἀναγαγὼν ανάγει αναγεσθαι ανάγεσθαι ἀνάγεσθαι αναγομενοις αναγομένοις ἀναγομένοις ανάγον ανάγοντες αναγόντων ανάγουσα ανάγουσι ανάγω ανάγων ανάξει ανάξω Αναχθεντες αναχθέντες Ἀναχθέντες αναχθηναι αναχθήναι ἀναχθῆναι ανήγαγε ανήγαγέ ανήγαγεν ανήγαγες ανήγαγές ανηγάγετε ανηγαγον ανήγαγον ανήγαγόν ἀνήγαγον ανήγγειλαν ανηχθη ανήχθη ἀνήχθη ανηχθημεν ανήχθημεν ἀνήχθημεν ανηχθησαν ανήχθησαν ἀνήχθησαν anachthenai anachthênai anachthēnai anachthē̂nai Anachthentes Anachthéntes anagagein anagageîn anagagon anagagōn anagagṓn anagagṑn anagesthai anágesthai anagomenois anagoménois anechthe anēchthē anḗchthe anḗchthē anechthemen anēchthēmen anḗchthemen anḗchthēmen anechthesan anēchthēsan anḗchthesan anḗchthēsan anegagon anēgagon anḗgagonLinks Interlinear Greek • Interlinear Hebrew • Strong's Numbers • Englishman's Greek Concordance • Englishman's Hebrew Concordance • Parallel Texts |