1294. diastrephó
Strong's Exhaustive Concordance
pervert, currupt

From dia and strepho; to distort, i.e. (figuratively) misinterpret, or (morally) corrupt -- perverse(-rt), turn away.

see GREEK dia

see GREEK strepho

Forms and Transliterations
διαστραφήσεσθε διαστραφώσιν διαστρέφειν διαστρέφετε διαστρεφοντα διαστρέφοντα διαστρέφοντες διαστρέφω διαστρεφων διαστρέφων διαστρεψαι διαστρέψαι διαστρέψει διαστρέψεις διαστρέψη διαστροφή διασφαγαί διεστραμμενα διεστραμμένα διεστραμμέναι διεστραμμένας διεστραμμενη διεστραμμένη διεστραμμενης διεστραμμένης διεστραμμένον διεστράφησαν διεστρέφετε διέστρεφον διέστρωσα διέστρωσαν διεσχίσθη διεσχίσθησαν diastrephon diastrephōn diastréphon diastréphōn diastrephonta diastréphonta diastrepsai diastrépsai diestrammena diestramména diestrammene diestrammenē diestramméne diestramménē diestrammenes diestrammenēs diestramménes diestramménēs
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1293
Top of Page
Top of Page