1813. exaleiphó
NAS Exhaustive Concordance
Word Origin
from ek and aleiphó
Definition
to wipe out, erase, obliterate
NASB Word Usage
canceled (1), erase (1), wipe (1), wipe away (1), wiped away (1).

Forms and Transliterations
εξαλείφεις εξαλειφήναι εξαλειφθείη εξαλειφθή εξαλειφθήναι ἐξαλειφθῆναι εξαλειφθήσεται εξαλειφθήτω εξαλειφθήτωσαν εξαλειφθώσι εξαλείφων εξαλείψαι εξαλειψας εξαλείψας ἐξαλείψας εξαλειψει εξαλείψει ἐξαλείψει εξαλείψεις εξαλείψης εξάλειψιν εξάλειψίς εξάλειψον εξάλειψόν εξαλείψουσι εξαλειψω εξαλείψω ἐξαλείψω εξαλιφθηναι ἐξαλιφθῆναι εξαλλασσούσας εξηλείφθησαν εξήλειψα εξήλειψας εξήλειψε exaleiphthenai exaleiphthênai exaleiphthēnai exaleiphthē̂nai exaleipsas exaleípsas exaleipsei exaleípsei exaleipso exaleipsō exaleípso exaleípsō
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1812
Top of Page
Top of Page