1462. egkléma
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 1462: ἔγκλημα

ἔγκλημα (see ἐν, III. 3), ἐγκλήματος, τό (ἐγκαλέω), accusation: the crime of which one is accused, Acts 25:16; ἔγκλημα ἔχειν, to have laid to one's charge, be accused of a crime, Acts 23:29. (Often in Attic writings from Sophocles and Thucydides on.) [SYNONYMS: see κατηγορέω; cf. Isocrates 16, 2 τάς μέν γάρ δίκας ὑπέρ τῶν ἰδίων ἐγκληματων λαγχανουσι, τάς δέ κατηγοριας ὑπέρ τῶν τῆς πόλεως πραγμάτων ποιοῦνται, καί πλείω χρόνον διατριβουσι τόν πατέρα μου διαβαλλοντες κτλ.]

Forms and Transliterations
εγκεκολαμμένα εγκεκολαμμέναι εγκλημα έγκλημα ἔγκλημα εγκληματος εγκλήματος ἐγκλήματος έγκληρον εγκλοίωσαι εγκοίλια εγκοιλοτέρα εγκολαπτά εγκολληθήσεται enklema enklēma énklema énklēma enklematos enklēmatos enklḗmatos
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1461
Top of Page
Top of Page