343. anakaluptó
NAS Exhaustive Concordance
Word Origin
from ana and kaluptó
Definition
to unveil
NASB Word Usage
unlifted (1), unveiled (1).

Forms and Transliterations
ανακαλύπτει ανακαλυπτομενον ανακαλυπτόμενον ἀνακαλυπτόμενον ανακαλύπτων ανακαλυφθήναι ανακαλυφθήσεται ανακαλύψαι ανακαλύψει ανακαλύψουσι ανακεκαλυμμένα ανακεκαλυμμένους ανακεκαλυμμενω ανακεκαλυμμένω ἀνακεκαλυμμένῳ ανεκαλύφθη ανεκάλυψα ανεκάλυψεν anakaluptomenon anakalyptomenon anakalyptómenon anakekalummeno anakekalummenō anakekalymmeno anakekalymmenō anakekalymménoi anakekalymménōi
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
342
Top of Page
Top of Page