1950. epilanthanomai
Strong's Exhaustive Concordance
be forgetful.

Middle voice from epi and lanthano; to lose out of mind; by implication, to neglect -- (be) forget(-ful of).

see GREEK epi

see GREEK lanthano

Forms and Transliterations
επελαθετο επελάθετο επελάθετό ἐπελάθετο επελαθόμεθα επελαθόμεθά επελαθόμην επελαθοντο επελάθοντο επελάθοντό ἐπελάθοντο επελάθου επέλαθου επελήσθη επελήσθην επιλαθεσθαι επιλαθέσθαι ἐπιλαθέσθαι επιλάθη επιλάθησθε επιλάθηται επιλάθοιτο επιλάθου επιλάθωμαι επιλάθωμαί επιλάθωνται επιλανθανεσθε επιλανθάνεσθε ἐπιλανθάνεσθε επιλανθάνη επιλανθανόμενα επιλανθανόμενοι επιλανθανομενος επιλανθανόμενος ἐπιλανθανόμενος επιλανθανομένων επιλανθάνου επιλέλησθε επιλελησμένη επιλελησμενον επιλελησμένον ἐπιλελησμένον επιλέλησται επιλήσεσθε επιλήσεται επιλήση επιλησθείη επιλησθή επιλησθήσεται επιλησθήσονται επιλήσομαι επιλήσομαί επιλήσονται epelatheto epelátheto epelathonto epeláthonto epilanthanesthe epilanthánesthe epilanthanomenos epilanthanómenos epilathesthai epilathésthai epilelesmenon epilelesménon epilelēsmenon epilelēsménon
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
Top of Page
Top of Page