1291. diastelló
Strong's Exhaustive Concordance
set apart for service, distinguish

Middle voice from dia and stello; to set (oneself) apart (figuratively, distinguish), i.e. (by implication) to enjoin -- charge, that which was (give) commanded(-ment).

see GREEK dia

see GREEK stello

Forms and Transliterations
διασταλήσεται διασταλήσονται διαστάλητε διαστείλαι διαστείλας διαστείλασθαι διαστείλη διάστειλον διαστελεί διαστελείς διαστελείτε διαστέλλειν διαστελλομενον διαστελλόμενον διαστέλλουσα διαστελούσιν διαστελώ διεστάλη διεστάλησαν διεσταλμένα διεσταλμένον διέστειλα διεστειλαμεθα διεστειλάμεθα διεστείλαμεθα διέστειλαν διέστειλας διεστειλατο διεστείλατο διέστειλε διέστειλεν διεστείλω διεστελλετο διεστέλλετο diastellomenon diastellómenon diesteilametha diesteilámetha diesteilato diesteílato diestelleto diestélleto
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
Top of Page
Top of Page