482. antilambanó
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 482: ἀντιλαμβάνω

ἀντιλαμβάνω: middle (present ἀντιλαμβάνομαι); 2 aorist ἀντελαβόμην; to take in turn or in return, to receive one thing for another given, to receive instead of; in middle, frequent in Attic prose writings,

1. to lay hold of, hold fast to, anything: τίνος.

2. to take a person or thing in order as it were to be held, to take to, embrace; with a genitive of the person, to help, succor: Luke 1:54; Acts 20:35 (Diodorus 11, 13; Dio Cassius, 40, 27; 46, 45; often in the Sept.) with a genitive of the thing, to be a partaker, partake of: τῆς εὐεργεσίας of the benefit of the services rendered by the slaves, 1 Timothy 6:2; cf. De Wette at the passage (μήτε ἐσθίων πλειόνων ἡδονῶν ἀντιλήψεται, Porphyry, de abstin. 1, 46; (cf. Eusebius, h. e. 4, 15, 37 and examples in Field, Otium Norv. pars. iii. at the passage cited)) (Compare: συναντιλαμβάνομαι.)

Forms and Transliterations
αντελαβετο αντελάβετο αντελάβετό ἀντελάβετο αντελαβόμην αντελαβόντο αντελάβοντο αντελάβου αντελαμβάνετο αντελαμβάνοντο αντιλαβέσθαι αντιλάβοιντό αντιλάβοιτό αντιλαβού αντιλαμβανεσθαι αντιλαμβάνεσθαι ἀντιλαμβάνεσθαι αντιλαμβάνεται αντιλαμβάνηται αντιλαμβανομενοι αντιλαμβανόμενοι ἀντιλαμβανόμενοι αντιλαμβανόμενος αντιλαμβανομένους αντιλήψεταί αντιλήψη αντιλήψομαι αντιληψόμενος αντιλήψονταί antelabeto antelábeto antilambanesthai antilambánesthai antilambanomenoi antilambanómenoi
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
481
Top of Page
Top of Page