2924. kritikos
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 2924: κριτικός

κριτικός, κριτικη, κριτικον (κρίνω), relating to judging, fit for judging, skilled in judging (Plato, Plutarch, Lucian, others): with the genitive of the object, ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας, tracing out and passing judgment on the thoughts of the mind, Hebrews 4:12.

Forms and Transliterations
εκρότησαν εκρότησας κριτικος κριτικός κριτικὸς κρόκη κρόκην κρόκης κροκόδειλος κρόκος κρόκω κρόμμυα κροσσούς κροσσών κροσσωτά κροσσωτοίς κροτάφοις κρόταφον κροταφω κροτήσατε κροτήσει κρότησον κροτήσουσι κροτήσω kritikos kritikòs
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2923
Top of Page
Top of Page