2679. kataskaptó
Thayer's Greek Lexicon
STRONGS NT 2679: κατασκάπτω

κατασκάπτω: 1 aorist κατεσκαψα; perfect passive participle κατεσκαμμένος; to dig under, dig down, demolish, destroy: τί, Romans 11:3, from 1 Kings 19:10; passive Acts 15:16 (R G L), from Amos 9:11 ((but see καταστρέφω)). (Tragg., Thucydides, Xenophon, and following).

Forms and Transliterations
κατασκαμμένον κατασκάπτει κατασκάπτειν κατασκαπτόμενον κατασκάπτονται κατασκαφήσεται κατασκάψατε κατασκάψει κατασκάψετε κατάσκαψον κατασκάψουσι κατασκάψω κατασκεψάμενοι κατασκεψαμένων κατασκέψασθαι κατασκέψασθε κατασκεψάσθωσαν κατασκέψεται κατεσκαμμένα κατεσκαμμέναι κατεσκαμμένον κατεσκάφη κατεσκάφησαν κατεσκαφήσεται κατεσκαψαν κατέσκαψαν κατέσκαψε κατέσκαψεν κατεσκέδασε κατεσκεψάμεθα κατεσκεψάμην κατεσκέψαντο κατεσκέψασθε kateskapsan katéskapsan
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2678
Top of Page
Top of Page