608. apokleió
Strong's Exhaustive Concordance
shut up.

From apo and kleio; to close fully -- shut up.

see GREEK apo

see GREEK kleio

Forms and Transliterations
απέκλεισαν απέκλεισε απέκλεισέ απέκλινεν απέκνισε αποκέκλεισται αποκλείσατε αποκλείσει αποκλείσεις αποκλειση αποκλείση ἀποκλείσῃ αποκλεισθήσεται απόκλεισον αποκλείσουσιν αποκλείων αποκλύζειν απόκνιζε αποκνίσει αποκνιώ αποκομίζοντος apokleise apokleisē apokleísei apokleísēi
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
607
Top of Page
Top of Page