4762. strephó
Strong's Exhaustive Concordance
turn, convert

Strengthened from the base of trope; to twist, i.e. Turn quite around or reverse (literally or figuratively) -- convert, turn (again, back again, self, self about).

see GREEK trope

Forms and Transliterations
εστραφη εστράφη ἐστράφη εστράφην εστράφης εστραφησαν εστράφησαν ἐστράφησαν έστρεψαν έστρεψας έστρεψε εστρεψεν ἔστρεψεν στραφεις στραφείς στραφεὶς στραφεισα στραφείσα στραφεῖσα στραφείσαν στραφεντες στραφέντες στραφέντος στραφή στραφής στραφήση στραφήσονται στραφητε στραφήτε στραφῆτε στραφωσιν στραφῶσιν στρεφειν στρέφειν στρέφεται στρεφομεθα στρεφόμεθα στρεφόμεναι στρεφομένη στρεφομένην στρέψαντος στρέψει στρεψον στρέψον στρέψω estraphe estraphē estráphe estráphē estraphesan estraphēsan estráphesan estráphēsan estrepsen éstrepsen strapheis strapheìs strapheisa strapheîsa straphentes straphéntes straphete straphête straphēte straphē̂te straphosin straphôsin straphōsin straphō̂sin strephein stréphein strephometha strephómetha strepson strépson
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
4761
Top of Page
Top of Page