3008. leitourgeó
Strong's Exhaustive Concordance
minister.

From leitourgos; to be a public servant, i.e. (by analogy) to perform religious or charitable functions (worship, obey, relieve) -- minister.

see GREEK leitourgos

Forms and Transliterations
ελειτούργει ελειτούργουν λειτουργείν λειτουργείτωσάν λειτουργήματα λειτουργησαι λειτουργήσαι λειτουργῆσαι λειτουργήσατε λειτουργησεί λειτουργήσει λειτουργήσετε λειτουργησίμων λειτουργήσουσιν λειτουργούν λειτουργούντας λειτουργούντες Λειτουργουντων Λειτουργούντων λειτούργουσα λειτουργούσι λειτουργούσιν λειτουργων λειτουργών λειτουργῶν leitourgesai leitourgêsai leitourgēsai leitourgē̂sai leitourgon leitourgôn leitourgōn leitourgō̂n Leitourgounton Leitourgountōn Leitourgoúnton Leitourgoúntōn
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
3007
Top of Page
Top of Page