2679. kataskaptó
Strong's Exhaustive Concordance
undermine, tear down, ruin.

From kata and skapto; to undermine, i.e. (by implication) destroy -- dig down, ruin.

see GREEK kata

see GREEK skapto

Forms and Transliterations
κατασκαμμένον κατασκάπτει κατασκάπτειν κατασκαπτόμενον κατασκάπτονται κατασκαφήσεται κατασκάψατε κατασκάψει κατασκάψετε κατάσκαψον κατασκάψουσι κατασκάψω κατασκεψάμενοι κατασκεψαμένων κατασκέψασθαι κατασκέψασθε κατασκεψάσθωσαν κατασκέψεται κατεσκαμμένα κατεσκαμμέναι κατεσκαμμένον κατεσκάφη κατεσκάφησαν κατεσκαφήσεται κατεσκαψαν κατέσκαψαν κατέσκαψε κατέσκαψεν κατεσκέδασε κατεσκεψάμεθα κατεσκεψάμην κατεσκέψαντο κατεσκέψασθε kateskapsan katéskapsan
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2678
Top of Page
Top of Page