2629. katakoptó
Strong's Exhaustive Concordance
cut.

From kata and kopto; to chop down, i.e. Mangle -- cut.

see GREEK kata

see GREEK kopto

Forms and Transliterations
κατακεκομμένην κατακεκομμένους κατακοπτων κατακόπτων κατακόψει κατακόψεις κατακόψουσι κατακόψουσιν κατακόψω κατακρατήσατε κατακράτησον κατέκοπτον κατεκόσμησέ κατεκόσμησεν κατέκοψαν κατέκοψε κατέκοψεν κατεκρατήθη κατεκρατήθησαν κατεκράτησαν κατεκράτησάν κατεκρατήσατε κατεκράτησεν katakopton katakoptōn katakópton katakóptōn
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2628
Top of Page
Top of Page