2619. katakaluptó
Strong's Exhaustive Concordance
cover, hide.

From kata and kalupto; to cover wholly, i.e. Veil -- cover, hide.

see GREEK kata

see GREEK kalupto

Forms and Transliterations
καλυπτεσθαι κατακαλυπτεσθαι κατακαλύπτεσθαι κατακαλυπτεσθω κατακαλυπτέσθω κατακαλυπτεται κατακαλύπτεται κατακαλύπτον κατακαλύψαι κατακαλύψει κατακαλύψεις κατακαλύψομαι κατακαλύψουσιν κατακαλύψω κατάκαρπος κατάκαρπως κατακάρπωσιν κατάκαυμα κατακαύματι κατακαύματος κατακαύματός κατεκάλυπτον κατεκαλύφθη κατεκαλύψατο κατεκάλυψε κατεκάλυψέν κατεκάμφθην κατέκαμψαν katakaluptesthai katakaluptestho katakaluptesthō katakaluptetai katakalyptesthai katakalýptesthai katakalyptestho katakalyptesthō katakalyptéstho katakalyptésthō katakalyptetai katakalýptetai
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
2618
Top of Page
Top of Page