1765. enischuó
Strong's Exhaustive Concordance
strengthen.

From en and ischuo; to invigorate (transitively or reflexively) -- strengthen.

see GREEK en

see GREEK ischuo

Forms and Transliterations
ενακόσιοι ενισχυθη ἐνισχύθη ενίσχυον ενισχυόντες ενισχύουσα ενίσχυσά ενισχύσαι ενίσχυσαν ενισχύσας ενίσχυσας ενίσχυσάς ενισχύσατε ενισχυσάτωσαν ενίσχυσε ενίσχυσέ ενισχύσει ενίσχυσεν ἐνίσχυσεν ενισχύσητε ενίσχυσον ενίσχυσόν ενισχύσουσιν ενισχύσω ενισχύσωμεν ενισχυων ενισχύων ἐνισχύων εννακόσια εννακόσιοι enischuon enischuōn enischusen enischyon enischyōn enischýon enischýōn enischysen eníschysen
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
1764
Top of Page
Top of Page