4741. stérizó
NAS Exhaustive Concordance
Word Origin
akin to stérigx (support, prop)
Definition
to make fast, establish
NASB Word Usage
confirm (1), determined (1), establish (2), established (2), fixed (1), strengthen (6), strengthening (1).

Forms and Transliterations
ἐπιστηρίζων εστηριγμένα εστηριγμέναι εστηριγμένη εστηριγμένος εστηριγμενους εστηριγμένους ἐστηριγμένους εστήριζον εστήρικα εστηρικται εστήρικται ἐστήρικται εστήριξα εστήριξε εστηρίσατο εστήρισε εστηρισεν ἐστήρισεν εστιβίζου εστιμίσατο στήριζει στηριζων στηρίζων στηριξαι στηρίξαι στηριξατε στηρίξατε στηριξει στηρίξει στήριξον στήριξόν στηρίσαι στηρίσατέ στηρίσει στηρισον στήρισον στηρίσω στηριχθηναι στηριχθήναι στηριχθῆναι στηριχθήσονται στηριώ στιβαρούς στιβαρώς στίβι episterizon episterízon epistērizōn epistērízōn esterigmenous esterigménous estērigmenous estērigménous esteriktai estēriktai estḗriktai esterisen estērisen estḗrisen sterichthenai sterichthênai stērichthēnai stērichthē̂nai sterison stērison stḗrison sterixai steríxai stērixai stēríxai sterixate steríxate stērixate stēríxate sterixei steríxei stērixei stēríxei
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
4740
Top of Page
Top of Page