4059. peritemnó
NAS Exhaustive Concordance
Word Origin
from peri and the same as tomos
Definition
to cut around, circumcise
NASB Word Usage
circumcise (4), circumcised (10), circumcision (1), receive circumcision (1), receives circumcision (1).

Forms and Transliterations
περιέτεμε περιετεμεν περιέτεμεν περιετέμετο περιετέμοντο περιέτεμοντο περιετμήθη περιετμηθητε περιετμήθητε περίτεμε περιτεμεί περιτεμειν περιτεμείν περιτεμεῖν περιτεμείς περιτεμείσθε περιτέμεσθε περιτεμνειν περιτέμνειν περιτεμνεσθαι περιτέμνεσθαι περιτεμνεσθω περιτεμνέσθω περιτεμνετε περιτέμνετε περιτεμνησθε περιτέμνησθε περιτεμνομενοι περιτεμνομένοι περιτεμνόμενοι περιτεμνομενω περιτεμνομένω περιτεμνομένῳ περιτετμημένοι περιτετμημενος περιτετμημένος περιτετμημένους περιτέτμηνται περιτμηθέντες περιτμηθηναι περιτμηθήναι περιτμηθῆναι περιτμηθήσεσθε περιτμηθήσεται περιτμηθητε περιτμηθῆτε περιτμήθητε perietemen periétemen perietmethete perietmēthēte perietmḗthete perietmḗthēte peritemein peritemeîn peritemnein peritémnein peritemnesthai peritémnesthai peritemnesthe peritemnēsthe peritémnesthe peritémnēsthe peritemnestho peritemnesthō peritemnéstho peritemnésthō peritemnete peritémnete peritemnomeno peritemnomenō peritemnomenoi peritemnoménoi peritemnoménōi peritemnómenoi peritetmemenos peritetmeménos peritetmēmenos peritetmēménos peritmethenai peritmethênai peritmēthēnai peritmēthē̂nai peritmethete peritmethête peritmēthēte peritmēthē̂te
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
4058
Top of Page
Top of Page