3904. paraskeué
NAS Exhaustive Concordance
Word Origin
from paraskeuazó
Definition
preparation, the day of preparation (for a Sabbath or feast)
NASB Word Usage
day (1), day of preparation (3), preparation (2), preparation day (1).

Forms and Transliterations
παρασκευη παρασκευή παρασκευὴ παρασκευην παρασκευήν παρασκευὴν παρασκευης παρασκευής παρασκευῆς παράστασιν παρασυνεβλήθη παράταξαι παραταξασθαι παρατάξασθαι παρατάξασθε παραταξει παρατάξει παρατάξεται παρατάξεως παρατάξηται παράταξιν παράταξις παραταξόμενοι παρατάξονται παρατάσσεται παρατασσόμενοι παρατασσόμενος παρατάσσονται παρατέταγμαι παρατέτακται παρέταξαν παρετάξαντο παρεταξάτο παρετάξατο παρετάσσοντο paraskeue paraskeuē paraskeuḗ paraskeuḕ paraskeuen paraskeuēn paraskeuḗn paraskeuḕn paraskeues paraskeuês paraskeuēs paraskeuē̂s
Links
Interlinear GreekInterlinear HebrewStrong's NumbersEnglishman's Greek ConcordanceEnglishman's Hebrew ConcordanceParallel Texts
3903
Top of Page
Top of Page